
Ενα από τα πρώτα και πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα Λουτρά Υπάτης, όπου η οργανωμένη ανάπτυξη ξεκίνησε ήδη από το 1890, όταν με βασιλικό διάταγμα καθορίστηκε το σχέδιο διαμόρφωσης των Λουτρών. Τον Ιούλιο του 1891 ξεκίνησε η κατασκευή του πρώτου υδροθεραπευτηρίου κοντά στην ιαματική πηγή. Περιμετρικά της δημιουργήθηκε ένα καταπράσινο πάρκο,ενώ ανεγέρθηκαν και πολυτελή ξενοδοχεία της εποχής, όπως τα «Φθιώτις», «Οίτη» και «Οθρυς», σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας εποχής για την περιοχή.

Ανάλογη άνθηση σημειώθηκε και στην Αιδηψό της Εύβοιας, όπου το 1875, με πρωτοβουλία του τότε αρχιεπισκόπου Ευβοίας Καμπάνη, χτίστηκε το πρώτο κτίσμα για λουόμενους. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η μικρή παραθαλάσσια πόλη μετατράπηκε σταδιακά σε οργανωμένο κέντρο λουτροθεραπείας. Οι μεγάλες μονάδες όμως κατασκευάστηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, καθώς οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή έδωσαν ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη στην Αιδηψό. Τότε δημιουργήθηκαν ιδιωτικά υδροθεραπευτήρια για να καλυφθούν οι ανάγκες των λουομένων, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν και άλλες επιχειρήσεις, όπως πολυτελή κέντρα διασκέδασης.
Ο βασιλιάς Ιντρις της Λιβύης έκανε ιαματικά λουτρά στα Καμένα Βούρλα, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα του Καντάφι που τον ανέτρεψε στη χώρα του.
Την ίδια περίοδο, στα μέσα της δεκαετίας του ’20 και ενώ η ελληνική Πολιτεία βρισκόταν ακόμη στα πρώτα βήματα τουριστικού σχεδιασμού, το Λουτράκι, μια από τις αρχαιότερες λουτροπόλεις της Ελλάδας, ήδη έθετε τις βάσεις για έναν ώριμο και οργανωμένο θερμαλιστικό προορισμό. Μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1928, η πόλη ανοικοδομήθηκε. Η Δημοτική Ιαματική Πηγή Λουτρακίου ολοκληρώθηκε το 1934, στεγασμένη σε ένα κυκλικό θολωτό κτίριο με ψηφιδωτά, έργο του Δημήτρη Πικιώνη με παραστάσεις του Στέφανου Ξενόπουλου και των μαθητών του, ένα αρχιτεκτονικό στολίδι που διατηρείται έως σήμερα.

Στη μεταπολεμική Ελλάδα, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ), που ιδρύεται το 1929 αλλά δραστηριοποιήθηκε πιο ενεργά από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ενίσχυσε σημαντικά τις λουτροπόλεις. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ιδιαίτερα το τρίγωνο Αιδηψός – Υπάτη – Λουτράκι είχε αποκτήσει αίγλη διεθνούς φήμης.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ
Ωστόσο, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60 –και ακόμη πιο έντονα μετά το 1970– οι ελληνικές λουτροπόλεις άρχισαν να χάνουν τη δυναμική τους. Ο μαζικός θερινός τουρισμός, με έμφαση στα νησιά και στις παραλίες, μετατόπισε το ενδιαφέρον του κοινού, ενώ η έλλειψη επενδύσεων στις υποδομές λουτροθεραπείας οδήγησε σταδιακά σε παρακμή. Οι λουτροπόλεις άρχισαν να ταυτίζονται όλο και περισσότερο με την τρίτη ηλικία, αποκτώντας καθαρά «θεραπευτικό» και όχι τουριστικό χαρακτήρα.
Το άλλοτε φημισμένο «Ράδιον» –όπου γυρίστηκε και η ταινία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» το 1961– έκλεισε το 1989 και σήμερα στέκει ερειπωμένο.
Στα Λουτρά Υπάτης, η επισκεψιμότητα μειώθηκε δραματικά και πολλά ιστορικά κτίρια σταμάτησαν να λειτουργούν κανονικά. Παρόμοια ήταν η εικόνα και στα Καμένα Βούρλα. Το άλλοτε φημισμένο «Ράδιον» –όπου γυρίστηκε και η ταινία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» το 1961– έκλεισε το 1989 και σήμερα στέκει ερειπωμένο. Αν και το «Ράδιον» και το «Θρόνιον» έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα κτίρια από το 2009, ως μέρος της ιστορικής και αρχιτεκτονικής ταυτότητας της πόλης, η εικόνα τους αποτυπώνει ξεκάθαρα την εγκατάλειψη. Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το υδροθεραπευτήριο «Ασκληπιός». Ακόμα και η Αιδηψός, που κάποτε έσφυζε από ζωή, περιορίστηκε σε ένα κοινό σχεδόν αποκλειστικά ηλικιωμένων. Πολλά ξενοδοχεία υπολειτουργούσαν ή έκλεισαν εντελώς. Οσο για το Λουτράκι, παρότι η πόλη συνέχισε να προσελκύει τουρίστες χάρη στην παραλία και στο καζίνο, το ίδιο το υδροθεραπευτικό κέντρο έχασε πρόσκαιρα την παλιά του αίγλη και λειτούργησε κυρίως για θεραπευτικούς σκοπούς.

ΝΕΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες όμως, οι λουτροπόλεις της Ελλάδας αρχίζουν σταδιακά να επαναπροσδιορίζουν τη θέση τους στον τουριστικό χάρτη. Η διεθνής στροφή προς την ευεξία έφερε και πάλι τις ιαματικές πηγές στο προσκήνιο, καθώς έχει υπάρξει ουσιαστική ζήτηση για spa retreats, ιαματικά wellness κέντρα και εμπειρίες χαλάρωσης κοντά στη φύση. Η χώρα μας, παρά την καθυστέρηση, έχει αρχίσει να το εκμεταλλεύεται και πλέον οι ιαματικές πηγές παρουσιάζονται προορισμοί ευζωίας και ευεξίας. Η ορολογία που πλέον χρησιμοποιείται δεν θυμίζει ρευματικά και μυοσκελετικά προβλήματα, αλλά αντανακλά το πνεύμα της εποχής και περιστρέφεται γύρω από τα spa, την επαφή με τη φύση, σε τοπία ξεχωριστής ομορφιάς, όπου η χαλάρωση και η επανασύνδεση με το σώμα γίνονται κεντρική εμπειρία.


Στην Αιδηψό, το ιστορικό Thermae Sylla Spa & Wellness Hotel –λειτουργεί από το 1897– έχει ανακαινιστεί πλήρως και επανατοποθέτησε τη λουτρόπολη στον χάρτη του ποιοτικού τουρισμού ευεξίας. Οι επισκέπτες δεν είναι μόνο ηλικιωμένοι με ιατρικές ενδείξεις, αλλά και νεότεροι άνθρωποι, ζευγάρια ή παρέες που αναζητούν ένα long weekend αποφόρτισης. Αντίστοιχα, στα Λουτρά Πόζαρ, η φυσική πισίνα με τον καταρράκτη έχει γίνει σημείο αναφοράς στα social media, ενώ γύρω από τις πηγές αναπτύσσονται «μπουτίκ» καταλύματα, χώροι yoga, πεζοπορικές διαδρομές και γευστικές εμπειρίες με τοπικά προϊόντα.

Πρόσφατα τέθηκε σε λειτουργία και η Πρότυπη Ιαματική Μονάδα Ιπποκράτης στον Πολυχνίτο Λέσβου, καθώς το νησί διαθέτει πέντε από τις οκτώ αναγνωρισμένες φυσικές ιαματικές πηγές του Βόρειου Αιγαίου και τη θερμότερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο μαζί με την Ισλανδία. Αλλά και στο Λουτράκι, το ιστορικό κέντρο υδροθεραπείας («Θέρμαι Λουτρακίου») έχει εκσυγχρονιστεί, διατηρώντας την αύρα της δεκαετίας του ’30. Αξιοποιώντας το εμβληματικό κτίριο του 1934 ονομάζεται πλέον Υδροθεραπευτήριο Ιαματικών Νερών Loutraki Thermal Spa, μέλος του Δικτύου Ενωσης Ευρωπαϊκών Λουτροπόλεων.

Αν και η πορεία αναγέννησης δεν είναι ομοιόμορφη, έχει δημιουργηθεί μια νέα δυναμική γύρω από τις ιαματικές πηγές. Τα Καμένα Βούρλα προσπαθούν με τη σειρά τους να ανακτήσουν τον ρόλο τους, με νέες επενδυτικές προσπάθειες και τη φιλοδοξία η περιοχή να αναβιώσει ως προορισμός υψηλών προδιαγραφών ευεξίας. Οσο για το Λουτρά Υπάτης, αν και ακόμα αντιμετωπίζουν τις πληγές του χρόνου, έχουν μπει και αυτά στον διάλογο για αξιοποίηση, ενώ υπάρχουν ήδη 2-3 σύγχρονες μονάδες που λειτουργούν και δίνουν μια πνοή στη λουτρόπολη. Με λίγα λόγια, η παλιά ιαματική κουλτούρα δεν εγκαταλείπεται, απλώς ξαναβρίσκει τη θέση της σε έναν κόσμο που ξαναψάχνει το νόημα της φροντίδας.















