Κόντρα με Κακλαμάνη

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου εξαρχής ήταν επιθετική και τα έβαλε με τον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη. Σημείωσε ότι είναι σοβαρό να μαγνητοφωνούν τι λένε, αλλά να τους εμποδίζει να τα λένε στην Ολομέλεια. «Πίστευα ότι με τον κ. Τασούλα τα είδαμε όλα, αλλά…», είπε η Κωνσταντοπούλου. Μιλώντας σε κοινοβουλευτικούς συντάκτες, ο πρόεδρος της Βουλής είπε ότι κακώς ήταν παρόντες στην ενημέρωση, «τους καταχέριασα». Όμως, όπως είπε, παρότι οι ίδιοι υπέβαλαν την παραίτησή τους, δεν έγινε δεκτή. «Αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη για εκείνους», κατέληξε ο Ν. Κακλαμάνης, αναφερόμενος στο συγκεκριμένο θέμα.

Η απάντηση Δένδια

Αν και η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή αφορούσε το νομοσχέδιο Δένδια για τη ρύθμιση υγειονομικών θεμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν έλειψαν οι αναφορές στα γενικότερα και σημαντικά εξωτερικά θέματα. Η αιχμή μάλιστα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, είχε και αντίλογο εκ μέρους του υπουργού Εθνικής Άμυνας και πρώην υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης, που προκάλεσε ενδιαφέρον. «”Ήρεμα νερά” είναι οι δηλώσεις Ερντογάν από τα Κατεχόμενα; Και απαντώνται μέσω “διπλωματικών κύκλων”; Άρα, εσείς το υποβαθμίζετε το ζήτημα», είπε, διερωτώμενος: «Περιμένουμε άλλη συμπεριφορά από τους εταίρους μας, όταν αυτές οι ακραίες δηλώσεις Ερντογάν από τα κατεχόμενα, που επί της ουσίας οδηγούν στη διχοτόμηση του νησιού, στην de facto αποδοχή του Αττίλα, απαντώνται μέσω διαρροών και “διπλωματικών κύκλων”;». «Η κυβέρνηση έχει δώσει σαφή απάντηση στην άλλη πλευρά του Αιγαίου», επεσήμανε ο
υπουργός Εθνικής Άμυνας συμπληρώνοντας πως «δεν υπάρχει παραμικρή πιθανότητα να μην εκτελέσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις το συνταγματικό τους καθήκον για προστασία της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων». «Δεν έχουμε δικαίωμα διαπραγμάτευσης επ’ αυτών. Αν διαπραγματεύεται κανείς επ’ αυτών, είναι το Υπουργείο Εξωτερικών και όχι το Άμυνας. Εμείς προστατεύουμε, δεν διαπραγματευόμαστε», τόνισε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Το χαμένο στοίχημα των «ανατολικών» μαρινών

Μία εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα παρουσιάζεται στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Γιατί από τη μία πλευρά οι μαρίνες ελλιμενισμού σκαφών στα νότια προάστια βρίσκονται σε άνθιση, καθώς πρόκειται να ανακατασκευαστεί η μαρίνα Αγίου Κοσμά, κατασκευάστηκε ήδη η υπερπολυτελής μαρίνα Βουλιαγμένης, εκκρεμεί η ανακατασκευή της μαρίνας Αλίμου, η αναβάθμιση της μαρίνας Φλοίσβου. Από την άλλη πλευρά όμως στα ανατολικά προάστια της Αθήνας, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Με εξαίρεση τη μαρίνα Λαυρίου που βρίσκεται υπό διαγωνιστική διαδικασία. Επομένως από την άλλη πλευρά της Αττικής, υπάρχει ένα μεγάλο κενό στη διασύνδεση με τα νησιά του Αιγαίου μέσω μαρινών, όπου θα μπορεί κάποιος να έχει πρόσβαση με ιδιωτικό σκάφος. Και όπως μου έλεγε το ίδιο πρόσωπο, είναι μία μοναδική ευκαιρία να μπορέσει η Ελλάδα να κερδίσει το στοίχημα που έχει μπροστά της με τη μεγάλη ανάπτυξη του τουρισμού αλλά και τους πόρους που προέρχονται από το ταμείο Ανάκαμψης.

Η Lidl επενδύει πολλά στη ΓΑΛΠΟ

Πολλά φαίνεται ότι επενδύει η Lidl στη σειρά γαλακτοκομικών προϊόντων ΓΑΛΠΟ. Κάτι που φαίνεται από την έντονη διαφημιστική πολιτική που ακολουθεί τον τελευταίο καιρό με παρουσία σε ένα μεγάλο μέρος των media και βέβαια στην τηλεόραση. Μάλιστα, έκανε και ένα rebranding προκειμένου να παρουσιάσει τη φρέσκια εικόνα των προϊόντων αυτών. Σύντομα μάλιστα πρόκειται να κάνει και ένα ταξίδι με δημοσιογράφους σε Αλεξανδρούπολη και Διδυμότειχο. Ως ευκαιρία γνωριμίας με τους τοπικούς παραγωγούς και επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται για τα συγκεκριμένα προϊόντα. Σας θυμίζω ότι μεταξύ των προμηθευτών της είναι εταιρείες όπως η ΜΕΒΓΑΛ, η Κρι Κρι και ο Όλυμπος και όχι μόνο. Εξάλλου μόνο αμελητέα δεν είναι η προσήλωση της Lidl στα ελληνικά προϊόντα καθώς το μεγαλύτερο μέρος όσων πουλάει στα καταστήματά της είναι από την Ελλάδα, κάτι που της «βγήκε» και εμπορικά αλλά και σε επίπεδο εσόδων, κερδίζοντας την προτίμηση των καταναλωτών.

Τα μεγαλόπνοα σχέδια των στρατηγικών επενδύσεων

Με πολύ ενδιαφέρον άκουσα ότι η ρωσική Mirum που έχει σχεδιάσει την τουριστική επένδυση των 800 εκατομμυρίων στην Κρήτη, ψάχνει πλέον και επίσημα για στρατηγικό επενδυτή. Τι σημαίνει στρατηγικός επενδυτής; Ότι θα βάλει συμμέτοχο στην επένδυση που κάνει για να της βγουν τα νούμερα. Και αυτή δεν είναι η μόνη από τις στρατηγικές επενδύσεις που δεν της «βγαίνουν» τα κουκιά. Γιατί κάποιοι πάνε και στήνουν σχέδια επί χάρτου, αλλά στην πράξη τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Σας θυμίζω την πρόσφατη πώληση από πλευράς Goldman Sachs των ξενοδοχείων που είχε αποκτήσει στη Χαλκιδική και τα αγόρασε ο όμιλος Sani/Ikos της οικογένειας Ανδρεάδη. Ο λόγος είναι ότι το κόστος ήταν πολύ μεγάλο για να τα ανακατασκευάσει και να υλοποιήσει το μεγαλόπνοο εγχείρημά της. Και όπως μου λένε, δεν θα είναι η μόνη που οδηγείται σε αυτή τη λύση. Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες…

Το επόμενο βήμα του CVC στα γάλατα

Μετά τη Δωδώνη, η Δέλτα αναμένεται ότι θα είναι αυτή που θα απασχολήσει την ελληνική γαλακτοβιομηχανία. Ακούγονται πολλά στην αγορά και σύντομα δεν αποκλείεται να υπάρξουν εξελίξεις. Επισήμως η Vivartia και το CVC, όπου ανήκει η Δέλτα, δεν επιβεβαιώνουν τίποτα. Αλλά το γεγονός είναι ότι για το CVC έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου να εισπράξει όσα έβαλε για να πάρει τις εταιρείες τροφίμων της Vivartia πριν από μερικά χρόνια. Πούλησε τον Μπάρμπα Στάθη και τη Δωδώνη και έπεται συνέχεια. Μου το έλεγε άνθρωπος που γνωρίζει πολλά χθες το πρωί. Και συνήθως δεν πέφτει έξω.

Οι «απαισιόδοξες» μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις

Μισοάδειο βλέπουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Κάτι που φάνηκε και από την έρευνα του ΣΕΒ που παρουσιάστηκε υπό τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, από τον επικεφαλής της MRB, Δημήτρη Μαύρο. Η πραγματικότητα είναι ότι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι πιο ευάλωτες, έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε δανεισμό σε σχέση με τις μεγαλύτερες και οπωσδήποτε περιορισμένες πηγές οικονομικής ρευστότητας. Η έρευνα αυτή έδειξε ότι οι επιχειρήσεις συνολικά αξιολογώντας την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, κατά το 44,7% την αντιμετωπίζουν ως ούτε καλή, ούτε άσχημη, το 33,8 των επιχειρήσεων την αντιμετωπίζει ως αρκετά ή πολύ άσχημη και το 21,6% ως πολύ ή αρκετά καλή. Από αυτές που βλέπουν την οικονομική κατάσταση ως πολύ ή αρκετά καλή, από τις μεγάλες επιχειρήσεις αποτελούν το 27,1%, ενώ από τις μικρές είναι μόλις το 19,6% και από τις μεσαίες το 20,9%.