Σε σύγκριση με άλλες σκανδιναβικές χώρες, η Δανία έχει βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας για μεταναστευτικά θέματα πολύ συχνότερα. Για κάποιο διάστημα, υιοθέτησε μάλιστα – αν και τελικά εγκατέλειψε – το βρετανικό σχέδιο μεταφοράς αιτούντων άσυλο στη Ρουάντα.

Αν και αυτό δεν προχώρησε, συνέβαλε στην αρνητική εικόνα που, ενδεχομένως, η κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών επιδίωκε να σχηματίσουν οι πιθανοί αιτούντες άσυλο.

Στο μεταξύ, ένας ακόμη νόμος προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις: ο λεγόμενος «Νόμος για τα Γκέτο» επιτρέπει την υποχρεωτική απομάκρυνση μεταναστών από γειτονιές όπου οι μη δυτικοί ξένοι υπερβαίνουν το 30% του πληθυσμού.

Αρκετές ξένες κυβερνήσεις έχουν κατηγορήσει τη Δανία για ρατσισμό και ξενοφοβία ως απάντηση σε αυτόν τον νόμο – αντίδραση που ίσως ήταν επιδιωκόμενη, ενισχύοντας την αποτρεπτική στρατηγική έναντι των μεταναστών.

Ειδικό καθεστώς εντός της Ε.Ε.

Η Δανία ωστόσο διαθέτει μια μοναδική νομική εξαίρεση: αν και κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν δεσμεύεται από αρκετούς ευρωπαϊκούς νόμους.

Αυτό οφείλεται στο ότι, μετά το αποτυχημένο δημοψήφισμα του 1992 για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η χώρα εξασφάλισε ρήτρα εξαίρεσης από τις κοινές νομοθεσίες της ΕΕ, ώστε η συνθήκη να μπορέσει να τεθεί σε ισχύ.

Συγκεκριμένα για το μεταναστευτικό δίκαιο, αυτό σήμαινε ότι η ΕΕ διαβεβαίωσε τη Δανία πως δεν θα συμμετείχε στην κοινή πολιτική ασύλου της Ένωσης.

Άλλα κράτη – όπως η Γερμανία – δεν διαθέτουν τέτοια ρήτρα και θα παραβίαζαν το ενωσιακό δίκαιο αν εφάρμοζαν παρόμοια μέτρα αποτροπής.