Ομιλία του Βουλευτή κ. Γ. Κουμουτσάκου στην Ολομέλεια της Βουλής για το ν/σ του Υπουργείου Εξωτερικών σχετικά με το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού
Καθώς τόσο ο Υπουργός των Εξωτερικών, όσο και άλλοι ομιλητές από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης αναφέρθηκαν στην επικαιρότητα και στις τρέχουσες εξελίξεις, θα μου επιτρέψετε και εμένα μια πολύ σύντομη αναφορά.
Μπροστά μας έχουμε τον αναμενόμενο εξηκοστό δεύτερο κύκλο των διερευνητικών επαφών. Σήμερα ως Υπουργός Εξωτερικών, κύριε Δένδια, κάνατε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευθύβολη δήλωση. Είπατε ότι ο διάλογος είναι δικλίδα εκτόνωσης εντάσεων και δεν θεραπεύει τα αίτια της έντασης. Είναι μία πολύ ρεαλιστική και απαλλαγμένη από αθεμελίωτες υπεραισιοδοξίες θέση.
Εμείς έχουμε στείλει την πρόσκληση για τον επόμενο γύρο και μάλιστα στην Αθήνα και ως απάντηση μέχρι τώρα έχουμε πάρει τη Navtex, τον πλου του «Τσεσμέ», προκλητικές δηλώσεις και μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική άσκηση την άσκηση της «Γαλάζιας Πατρίδας». Εμείς πρόσκληση, εκείνοι πρόκληση. Και είναι σαφές ότι τελικά είναι η Τουρκία εκείνη που υποσκάπτει τον διάλογο και υποθηκεύει κάθε προοπτική του.
Παραμένουμε ψύχραιμοι, ορθώς ψύχραιμοι, διότι η ψυχραιμία είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης αλλά και ισχύος. Όμως απέναντι η Άγκυρα δεν θα πρέπει να εκλάβει την ψυχραιμία ως ανοχή, διότι είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Και δεν πρέπει να ξεχνούν στην Άγκυρα μια παλιά ρήση διπλωματών ότι ο καλός διπλωμάτης, όπως και ο καλός Υπουργός Εξωτερικών, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία του, εκτός εάν ψύχραιμα αποφασίσει ότι πρέπει να τη χάσει.
Περνάω τώρα στα θέματα του νομοθετήματος που συζητάμε. Θα μου επιτρέψετε μια πολύ γενική παρατήρηση. Όλες οι δράσεις του κράτους στην εποχή μας έχουν διεθνή διάσταση και πτυχή. Ακόμα και οι δράσεις του σκληρού πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας, η άμυνα -μιλάμε για αμυντική διπλωματία-, η εσωτερική ασφάλεια -μιλάμε για διεθνή αστυνομική συνεργασία. Η εθνική και η διεθνής διάσταση, η εσωτερική και εξωτερική διάσταση κάθε δράσης του κράτους είναι αδιαχώριστες και αλληλένδετες. Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια, με την εκτίναξη της παγκοσμιοποίησης και της αλληλεξάρτησης των κρατών, μιλάμε για οικονομική διπλωματία, για δημόσια διπλωματία, για αμυντική διπλωματία, για πολιτιστική διπλωματία, για θρησκευτική διπλωματία, για κοινοβουλευτική διπλωματία. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων έχει διπλωματικό σύμβουλο και διπλωματικό γραφείο, όπως συμβαίνει σε πάρα πολλά Υπουργεία. Και τα αιτήματα αυξάνονται, διότι πράγματι η διεθνής διάσταση είναι παντού. Και δεν είναι υπερβολή να πούμε -θα έλεγα ότι μπορεί να ακουστεί ως υπερβολή, αλλά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα- ότι η εξωτερική πολιτική και η διπλωματία είναι παντού, σε όλες τις δράσεις του κράτους και αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για κράτη όπως η Ελλάδα που συμμετέχουν πλήρως στις διεθνείς εξελίξεις, στους διεθνείς οργανισμούς, σε συμμαχίες, σε περιφερειακά σχήματα
συνεργασίας, για κράτη που η ιστορία και η γεωγραφία τούς έχουν επιβάλει να διαχειρίζονται και να αντιμετωπίζουν εξόχως δύσκολα ζητήματα, πολλές φορές ζωτικής σημασίας, εθνικών συμφερόντων.
Όλες αυτές οι εξελίξεις μαζί με την καλπάζουσα τεχνολογία φέρνουν το Υπουργείο των Εξωτερικών και την αποστολή του από ένα συγκεκριμένο πεδίο δράσης -αν θέλετε αυτή ήταν η παλιά λογική-, από την περιφέρεια των δράσεων του κράτους, στο κέντρο τους, διότι όλες οι δράσεις του κράτους έχουν διεθνή πτυχή.
Επομένως, το Υπουργείο Εξωτερικών έχει όχι μόνον έναν διεκπεραιωτικό ρόλο εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, αλλά και έναν επιτελικό ρόλο, καθώς πρέπει να συντονίζει εκ των πραγμάτων όλες τις διεθνείς πτυχές των επιμέρους δράσεων της διοίκησης και του κράτους. Δεν είναι, όμως, μόνο επιτελικό, είναι και παραγωγικό Υπουργείο, διότι μέσω της διπλωματικής υπηρεσίας, μέσω της εξωτερικής δράσης της χώρας, προσελκύονται επενδύσεις ή υποστηρίζονται και προωθούνται η ελληνική επιχειρηματικότητα και ελληνικά οικονομικά συμφέροντα. Επομένως είναι επιτελικό, παραγωγικό και θα έλεγα ένα Υπουργείο πολλαπλών ρόλων.
Τα σύγχρονα Υπουργείο Εξωτερικών, όπως φιλοδοξεί και πρέπει να είναι το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, είναι επιτελικά, είναι παραγωγικά, είναι Υπουργεία πολλαπλών ρόλων.
Ανταποκρίνεται σε αυτά τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει το Υπουργείο Εξωτερικών του παρόντος και του μέλλοντος το παρόν νομοθέτημα; Αυτή είναι η καίρια ερώτηση και πάνω σε αυτήν πρέπει να τοποθετηθούμε. Ας αφήσουμε τις επιμέρους επισημάνσεις, τα επιμέρους αιτήματα βελτιώσεων, τα καλοδεχούμενα -και ο τρόπος που αντέδρασε ο κύριος Υπουργός αυτό δείχνει- και ας πάμε στη μεγάλη εικόνα. Ανταποκρίνεται; Η απάντησή μου είναι «ναι», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι μια παγωμένη φωτογραφία ο ρόλος και η αποστολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Γι’ αυτό θα έρθουν και άλλες εξελίξεις και θα έρθουν και άλλες βελτιώσεις, διότι κατεξοχήν η εξωτερική πολιτική είναι μια δυναμική πολιτική. Εισάγει και θεσμοθετεί τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις; Η απάντηση είναι «ναι». Κέντρο Σχεδιασμού Εξωτερικής Πολιτικής, αμυντική διπλωματία, Υπηρεσία Συντονισμού -πολύ σημαντική-, υπεύθυνος προστασίας δεδομένων, νέα διάρθρωση Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων, γραφεία ελληνικών συμφερόντων και βεβαίως μια αναβάθμιση της διπλωματικής υπηρεσίας με μία νέα στόχευση, να δημιουργείται μέσα από την εκπαίδευση ο νέος τύπος διπλωμάτη.
Θα το ονόμαζα –θα με συγχωρέσετε για τον όρο, αλλά δεν έχω βρει κάποιον καλύτερο- «σύγχρονο ολιστικό διπλωμάτη», όχι μόνο παραδοσιακής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και οικονομικής, και πολιτιστικής, και δημόσιας διπλωματίας, ένα στέλεχος πραγματικά μεγάλων δυνατοτήτων και αξιώσεων. Γι’ αυτό πρέπει να μπει κι η αξιολόγηση στο Υπουργείο. Δεν έχουμε άλλο χρόνο να χάσουμε.
Αυτά είναι πολύ σημαντικά θέματα και πιστεύω ότι η Ένωση Διπλωματών και όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου πρέπει από τώρα, από αύριο, να ξεκινήσουν να μελετούν, ενδεχομένως και με εξωτερική βοήθεια, το υπουργείο του μέλλοντος, από τώρα, το ψηφιακό Υπουργείο Εξωτερικών, για να μην βρεθούν πάλι στη θέση να προβάλουν σε μεταγενέστερη
μεταρρύθμιση μόνο συνδικαλιστικά συμφέροντα. Πρέπει από τώρα να ασχοληθούν με το ίδιο τους το σπίτι, τι ρόλο θα έχουν και τι ρόλο θα έχει εκείνο και εκείνοι.
Δύο ακόμα σημεία και θα κλείσω με αυτά. Νοσήλια και σχολεία. Τα είχα υποστηρίξει ως διπλωμάτης, τα είχα υποστηρίξει ως μέλος του Συλλόγου Διπλωματών, τα υποστηρίζω και σήμερα. Κύριε Υπουργέ, κάνατε μια κίνηση πολύ θετική για τα νοσήλια και για τα σχολεία, αλλά να εξετάσετε τη δυνατότητα και άλλων βελτιώσεων.
Και τέλος ο προϋπολογισμός: 288 εκατομμύρια. Για το Υπουργείο που περιέγραψα και το Υπουργείο που το νομοθέτημά σας προετοιμάζει, αυτός ο προϋπολογισμός είναι απαράδεκτος. Ή θα πάμε σε ένα σύγχρονο Υπουργείο, που θα είναι επιτελικό, που θα είναι παραγωγικό, που θα είναι πολλαπλών ρόλων και θα έχει την αναγκαία οικονομική στήριξη, ειδάλλως θα μένουμε στα ίδια, παρά το ό,τι νομοθετήσουμε σήμερα. Ο μεγάλος Οργανισμός δεν μπορεί να συνοδεύεται από μικρό προϋπολογισμό και πρέπει να το απαιτήσουμε, γιατί είναι εθνική ανάγκη, είναι εθνική προτεραιότητα.
Κι ένα τελευταίο σημείο. Θα μου επιτρέψετε να διαβάσω μια παράγραφο από ένα σημαντικό βιβλίο, αξεπέραστο μέχρι τώρα, για την εξωτερική πολιτική διπλωματία του πατριάρχη της ελληνικής διπλωματίας, Βύρωνα Θεοδωρόπουλου. Γράφει ο Θεοδωρόπουλος, «Κατά τούτο διαφέρει η διπλωματία από την εξωτερική πολιτική: Η εξωτερική πολιτική αναφέρεται στον γενικό χαρακτήρα και τη φύση των σχέσεων με τον λοιπό κόσμο. Γι’ αυτό και έχει -και πρέπει να έχει- μονιμότερους, μακροπρόθεσμους στόχους, έστω κι αν οι στόχοι αυτοί υπόκεινται σε μεταβολές. Οι μεταβολές, όμως, αυτές πραγματοποιούνται κατά κανόνα με βραδύ ρυθμό και σχετικά αραιά διαστήματα. Αντίθετα, η διπλωματία βρίσκεται καθημερινά σχεδόν στην ανάγκη να ελίσσεται, να κινείται, να χειρίζεται τα θέματα με τρόπους κάθε φορά διαφορετικούς, ανάλογα με τις περιστάσεις. Γιατί αναφέρω αυτό το τμήμα από αυτό το βιβλίο του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου; Διότι πιστεύω ότι η δομή του Υπουργείου πρέπει να μπορεί με έναν ευέλικτο τρόπο να προσαρμόζεται στις εξελίξεις, κι αυτό μπορεί να γίνει σε μεταγενέστερο χρονικό ορίζοντα, με κυβερνητικές αποφάσεις και όχι πάντως με τη βαριά διαδικασία του νόμου.
Και μόνο για λόγους αρχείου, αν θέλετε, για να μείνει στα Πρακτικά της Βουλής, παρ’ ότι αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι που αυτήν τη στιγμή δεν μπορεί να υιοθετηθεί, επαναφέρω την πρότασή μου για μετονομασία του Υπουργείου των Εξωτερικών σε Υπουργείο Εξωτερικών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων. Νομίζω ότι ανταποκρίνεται απολύτως στη φύση του Υπουργείου αλλά και στη μακροχρόνια πια, στενή, στενότατη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για μας η Ευρώπη δεν είναι εξωτερικό, είναι στοιχείο της καθημερινής πολιτικής μας.
Ευχαριστώ πολύ.














